Η Νέα Τάξη

...Μα ποιος τους βλέπει αλήθεια τους απελπισμένους όταν υπάρχει κάπου εκεί έξω η Madison Avenue με τα αστραφτερά brands, και τα εμετικά ρητά του Κουέλιο να σε διαβεβαιώνουν πως όλα όσα θέλεις σου αξίζουν κιόλας. Όταν υπάρχει κάπου εκεί έξω ένα ολόκληρο σύμπαν που συνωμοτεί λέει για σένα...


Οι κυρίες οι γεμάτες ευθιξίες και παράπονα, και πονοκεφάλους, που είναι πάντα πολύ busy και κατάκοπες και depressed, και που έχουν για κύρια εργασία τους, το κάματο της ομορφιάς τους. Kαι δεν είναι και λίγο… Κανονική δουλειά είναι, αν το πάρεις στα σοβαρά… Η ζωή τους ολόκληρη, ένας σισύφειος αγώνας να μη γεράσουν και μην παχύνουν (ο διπλός σκοτεινός εφιάλτης τους) Να μην αντικατασταθούν δηλαδή με ένα νεαρότερο μοντέλο από τον παροχέα των προνομίων τους...




Άλλαξε ο τόπος μας. Άλλαξαν οι άνθρωποι, οι προσδοκίες τους, οι αρχές τους, το βλέμμα τους. Γιατί άλλαξε η τσέπη τους. Τόσο απλό.

Τα θυμάστε εκείνα τα χρόνια των ‘90ς; Τότε που όλοι - εκτός από μια χούφτα ανθρώπων, ήμασταν μικρομεσαίοι, και ζούσαμε τις ζωές μας χωρίς την έννοια της ξαφνικής ανατροπής; Τότε που ψωνίζαμε με cash, και το περίσσευμα το βάζαμε στη τράπεζα που δεν μας έμπαινε καν στο νου ότι θα μας το έκλεβε; Τότε που δεν το αποφάσιζαν πολλοί να κτίσουν επαύλεις με λεφτά που δεν είχαν. Τότε που πήγαινες στο εξωτερικό να σπουδάσεις χωρίς να συνοδεύεσαι από την μαμά, τον μπαμπά και όλο σου το σόι… Τότε που οι γυναίκες ένιωθαν όμορφες και με χαμηλά τακούνια και γιατί όχι, με ρούχα που ήταν και καμιά φορά φαρδιά κι (Άκουσον! Ακουσον!) άνετα… Τότε που όταν οι γυναίκες μεγάλωναν εξακολουθούσαν να έχουν το δικό τους πρόσωπο, απλά με περισσότερες ρυτίδες. Τότε που το να φοράς ρούχα σε παιδικό μέγεθος μας φαινόταν από γελοίο μέχρι αρρωστημένο, παρά στόχος ζωής, και το να φοράς ψεύτικα νύχια ήταν κιτς... Τότε που πηγαίναμε στη θάλασσα χαλαρά, χωρίς να μας περνάει από το νου να βάλουμε ψηλοτάκουνα, και make up…


Τότε που η οικονομία μας ήταν μικρή, γι' αυτό και δυνατή, χωρίς περιπλοκές και εκ των έξω επιδράσεις. Εκείνες τις αθώες εποχές που υπήρχαν εργοστάσια επίπλων και ρούχων και κατασκευών κάθε λογής. Τότε που υπήρχαν καφέ, κι εστιατόρια, και μπουτίκς και ζαχαροπλαστεία που δεν ανήκαν σε αλυσίδες, μα σε άτομα. Ναι, υπήρχε ταβάνι πάνω από το κεφάλι μας. Ναι, μπορούσαμε να ανοιχτούμε μόνο όσο η μικρή αγορά μας το επέτρεπε: υπήρχαν όρια στο κόσμο μας. Ζούσαμε δηλαδή άνετες καλές ζωές, μα δε μπορούσαμε γίνουμε κι εκατομμυριούχοι. Γι αυτό και φυσικά δε θα μπορούσε να αντέξει για πολλή ένα τέτοιο μοντέλο. Όλο το κεφάλαιο που κυκλοφορούσε, μόνος ένας τρόπος υπήρχε για να συγκεντρωθεί στα χέρια των λίγων που το λιμπίζονταν το σπάσιμο του ταβανιού: να μετατραπούν οι οικογενειακές επιχειρήσεις σε δημόσιες εταιρίες. Και σαν αρχίσει να συμβαίνει αυτό, δεν υπάρχει γυρισμός.


Την πρώτη ευφορία για τα ξαφνικά, και άκοπα επιτέλους κέρδη από το παίξιμο στο χρηματιστήριο, ακολούθησε η κατρακύλα και εντέλει το αναπόφευκτο άνοιγμα των πυλών στις πολυεθνικές. Τη θυμάστε εκείνη τη τρέλα με το Χακ; Τότε που μέχρι κι οι γιαγιούλες στα χωριά έτρεχαν να ακουμπήσουν το κομπόδεμα τους για να αγοράσουν μετοχές της Δήμητρας; Τους τόλεγε και το κόμμα άλλωστε. Προσταγή κανονική. Πως να μην το κάνουν; Τότε ήταν που άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. (Κι ας το ξεχάσαμε...) Τότε που άρχισε να μεγαλώνει επικίνδυνα η πείνα των λαμόγιων... Τότε που αρχινούσαμε κι οι υπόλοιποι να συνηθίζουμε την ατιμωρησία…


Το ίδιο σενάριο παίχτηκε άλλωστε σε πολλές χώρες που ξεφορτώθηκαν τη μεσαία τάξη για να ενισχύσουν το 1%. Τα μπακάλικα της γειτονιάς έκλεισαν ένα ένα, το καταστηματάκι που πουλούσε χειροποίητα πραγματάκια που δημιουργούσε μια κοπελιά με τα χέρια της (και ήταν όντως καλή στη δουλεία της παρα ψώνιο που ψάρευε Likes στα social media...), ο φούρνος, το ζαχαροπλαστείο που έφτιαχνε γλυκά που δεν ήταν της κατάψυξης, οι μπουτίκς, τα καταστήματα δώρων, διακοσμητικών, ηλεκτρικών συσκευών, παιγνιδιών, που αγόραζαν το στοκ τους από Κυπριακές βιοτεχνίες κι εργοστάσια, (γιατί ναι υπήρχαν πολλά τέτοια), ή έκαναν δικές τους εισαγωγές, συνήθως από Ευρωπαϊκές χώρες, γι αυτό και πουλούσε το καθένα πράγματα που δεν έβρισκες αλλού. Τα καταστήματα που λειτουργούσαν με ένα δυο υπαλλήλους, και που ήξεραν τους πελάτες τους με τ’ όνομα τους, όλα κλείσαν για να δώσουν χώρο στα πολυκαταστήματα, στις αλυσίδες, στα malls, στα μεγαθήρια που πωλούν τα πανομοιότυπα προϊόντα τους χωρίς ανταγωνισμό πλέον, και που τα βρίσκει κανείς - ίδια κι απαράλλακτα - σε όλες της χώρες της Ευρώπης. Μπήκαμε και μεις στο σύστημα της παγκοσμιοποίησης. Γίναμε ένα ακόμα γρανάζι στη μηχανή που κτίστηκε για να διατηρεί το lifestyle με τα ιδιωτικά αεροπλάνα και τα ιδιωτικά νησιά κάποιων λίγων που θα κάναν και το παν για να το διατηρήσουν.


Κι έτσι όπως γίνεται πάντα, χωρίστηκε ξαφνικά κι η δική μας κοινωνία σε τάξεις. Η κοινωνία μας που δεν ήταν ποτέ ταξική γιατί όλοι, λίγο ως πολύ, καταγόμαστε από την ίδια ακριβώς ρίζα: από κάποιο όχι και τόσο μακρινό, όσο μερικοί θα ήθελαν να μας πείσουν, χειρωνάκτη πρόγονο, που πολεμούσε με τη γη σε κάποιο χωριό της υπαίθρου. Μα τώρα, ποιος τους θυμάται πια τέτοιους παππούδες; Κι ας διαιωνίζονται μέσα από τα επίθετα μας που προδίδουν συχνά τη ρίζα που πασχίζουν κάποιοι να ξεχάσουν: Στις λεζάντες των κοσμικών στηλών περιοδικών: “η Βερόνικα-Νεφέλη Χατζηττόπουζου” με Alexander Mc Queen jumpsuit, ή η Μαρί-Άντρια Κομοδρόμου-Τσαγκάρη, με Vivienne Westwood Anglomania Tartan Cape, ή ο Ρολάντος Αχάπαρος με Burberry, lambskin Bomber Jacket, στα εγκαίνια της τάδε και της δείνα κοσμικής έκθεσης... (Τα σκαρφίστηκα τα ονόματα το ορκίζομαι μα δεν απέχουν από τη πραγματικότητα)


Τώρα γεννιέται μια νέα τάξη που είναι σου λέει “ανώτερη”. Που ποζάρει στα lifestyle περιοδικά κι απαντά σε ερωτήσεις του τύπου “ποιος είναι ο αγαπημένος σου προορισμός;” (εννιά στις δέκα φορές, η Νέα Υόρκη) και “ποιος είναι ο αγαπημένος σου συγγραφέας;” (δέκα στις δέκα φορές, ο Παόλο Κουέλιο –όντως "πήρε πολλή κόσμο στο λαιμό του"ο άτιμος. Μα πάντα ομολογουμένως, τον ίδιο κόσμο…) με ύφος σταρ. Σίγουρη πως αξίζει τη προσοχή που της δίνεται. Απλά γιατί έχει (ή πιθανώς παντρεύτηκε) λεφτά.


Μια νέα τάξη που έχει ξαφνικά την πεποίθηση πως είναι πάνω από τους υπόλοιπους. Μια νέα τάξη αλαζόνων, άκαρδων αντρών, που χάσανε κάθε επαφή με τη ψυχή τους, και που μετρούν τη αξία τους με τις μάρκες των αυτοκινήτων και ρολογιών τους, και τη σειρά των αραδιασμένων μηδενικών στα statement των λογαριασμών τους, που ένας Θεός ξέρει πως αραδιάστηκαν... Οι κύριοι με τα καλοραμμένα Ιταλικά κοστούμια τους, τα περιποιημένα γενάκια τους και το ένστικτο καρχαρία. Οι κύριοι με τις trophy wives τους, που τις κερατώνουν στα κρυφά με απελπισμένες Ρωσίδες και Βαλκάνιες καλλονές, που γυρεύουν και κείνες τη λύση στα δικά τους προβλήματα που δημιουργήθηκαν από τα απανωτά κτυπήματα που δέχτηκαν κάποιες άλλες μακρινές οικονομίες χρόνια πριν... Οι κύριοι με τις ναρσισιστικές διαταραχές και την πλήρη άγνοια της ασημαντότητας τους, που εξαγοράζουν τη ενοχή τους με μια σειρά πιστωτικών καρτών...


Και μια νέα τάξη γυναικών που αν δεν είναι οι νεαρές trophy wives των πιο πάνω, είναι οι αιώνια και εθελούσια πεινασμένες, μποτοξομένες, παραμορφωμένες από τις πολλές πλαστικές, πρώην τους (Το πρώτο που πράγμα που γυρεύουν να αγοράσουν όσοι κάνουν λεφτά, ειδικά οι γυναίκες, είναι άλλωστε πάντα τα νιάτα τους. Μα τα άτιμα, δεν αγοράζονται πίσω για κανένα μας, όσα κι αν πληρώσεις. Το πολλή πολλή να αγοράσεις μια θλιβερή παρωδία τους. Μια παραμορφωμένη εκδοχή τους…) Τυλιγμένες μέσα στα πανάκριβα συνολάκια τους, αποδέχονται με αυταρέσκεια το ρόλο της “Style icon” που τους αποδίδουν οι συντάκτες των περιοδικών, έχοντας το νου στα διαφημιστικά κοντύλια που βασίζονται στη καταναλωτική μανία τους. Μια νέα τάξη γυναικών που αναζητούν λόγο ύπαρξης σε μαθήματα ζωγραφικής, και self-help θεωρίες, και απανωτές ανακαινίσεις, και πιλάτες, και arts & crafts projects με στρασαδιασμένες τσάντες και θήκες τηλεφώνων τίνγκα στα σβαρόφσκι που έχουν το θράσος να πουλούν στις φιλενάδες τους (και γι αυτό να δηλώνουν "καλλιτέχνες), και που δίνουν για λίγους έστω μήνες, σκοπό στη μέρα τους. Που κάνουν δηλώσεις του τύπου “εμένα η αδυναμία μου είναι οι τσάντες!” και περιμένουν να προσκυνήσεις μπροστά στο πνεύμα τους, στο γούστο, τους, στο πόσο εντέλει μοιάζουν με την Victoria Beckham και τις Kardashians, γιατί και εκείνες κάτι τέτοια έξυπνα λένε όλη την ώρα. Οι κυρίες που ζουν τις αργές νωχελικές ζωές τους σε σπα και γυμναστήρια, κυνηγώντας με τα μανίας το χρόνο που τις ζώνει από παντού.


Οι κυρίες οι γεμάτες ευθιξίες και παράπονα, και πονοκεφάλους, που είναι πάντα πολύ busy και κατάκοπες και depressed, και που έχουν για κύρια εργασία τους, το κάματο της ομορφιάς τους. Kαι δεν είναι και λίγο… Κανονική δουλειά είναι, αν το πάρεις στα σοβαρά… Η ζωή τους ολόκληρη, ένας σισύφειος αγώνας να μη γεράσουν και μην παχύνουν (ο διπλός σκοτεινός εφιάλτης τους) Να μην αντικατασταθούν δηλαδή με ένα νεαρότερο μοντέλο από τον παροχέα των προνομίων τους, που δεν τις αγάπησε έτσι κι αλλιώς για αυτό που είναι, μα γι αυτό που δείχνουν – και μόνο για όσο συνεχίζουν να το δείχνουν… Που δεν είναι στα μάτια του παρά σκόρπια ακέφαλα μέλη. Κι η βεβαιότητα αυτή, είναι από μόνη της όπως φαίνεται μεγάλο κίνητρο για να σε κάνει να αντέχεις τη χρόνια πείνα σου, και το αγωνιστικό πρόγραμμα Ολυμπιονίκη. Οι κυρίες με τα Καλοκαίρια με τις ατέλειωτες μέρες διακοπών, και τους Χειμώνες με τις πολυδιαφημισμένες φιλανθρωπίες τους, που αποδεικνύουν τα όσα κι ο life coach τους βεβαίωνε άλλωστε: το πόσο δηλαδή είναι άνθρωποι «ξεχωριστοί», «πνευματικοί», γεμάτοι «αγάπη». Άλλωστε η φιλανθρωπία που δε θα διαφημιστεί, που δε θα σε φέρει στα κανάλια, που δε θα σου εξασφαλίσει followers και Likes είναι κάτι σαν το δέντρο που πέφτει μόνο του στο δάσος: την έκανες άραγε αν δε σε είδε κανείς να την κάνεις;


Και στην αντίπερα όχθη, οι στρατιές των καϋμένων. Ο πολύς κόσμος που βίωσε κούρεμα καταθέσεων και μείωση μισθών, που είδε τις δουλειές του να κλείνουν, τα όνειρα του να αναιρούνται, τη ζωή του να μικραίνει και που το καταπίνει πλέον το χάπι με ευκολία πως πρέπει να δουλεύει και Σαββατοκύριακα κι αργίες για να βγάλει τα μισά από όσα κάποτε έβγαζε δουλευωντας τις μισές ώρες. Στην αντίπερα όχθη, τα καταστήματα που πωλούν Κινέζικα προϊόντα σε τιμές εξευτελιστικές, καθώς είναι αποτέλεσμα της σύγχρονης δουλείας που έχει μόνο έσοδα για τους σκλαβέμπορους του Νέου Κόσμου, κάνοντας το και αδύνατο το να μπορείς να πωλήσεις οτιδήποτε φτιάχνεται πλέον εδώ, με κόστα μιας χώρας με ψηλό κόστος ζωής και προδιαγραφές ποιότητας και μισθούς… Στην αντίπερα όχθη, οι άνεργοι, οι επιχειρήσεις που κλείσαν και που δεν κουβαλούσαν απλά το οικονομικό μέλλον ανθρώπων, μα και τα όνειρα τους. Τα παζαράκια με τα από δεύτερο χέρι ρούχα, οι υπαίθριες αγορές με τις απλωμένες παλιοπραγμάτιες στο χώμα, τα συσσίτια στα προαύλια των εκκλησιών, τα κοινοτικά παντοπωλεία, οι άνθρωποι με τα νικημένα βλέμματα. Πράγματα δηλαδή που δεν είχαμε ποτέ στη Κύπρο, γιατί δεν υπήρχαν ποτέ τόσοι άνθρωποι απελπισμένοι...

Μα ποιος τους βλέπει αλήθεια τους απελπισμένους όταν υπάρχει κάπου εκεί έξω η Madison Avenue με τα αστραφτερά brands, και τα εμετικά ρητά του Κουέλιο να σε διαβεβαιώνουν πως όλα όσα θέλεις σου αξίζουν κιόλας;

Όταν υπάρχει κάπου εκεί έξω ένα ολόκληρο σύμπαν που συνωμοτεί λέει για σένα;

***

Η Νέα Τάξη - Art & Words Copyright © Fanitsa Petrou. All Rights Reserved.
Feel free to share on social media. Any other unauthorised use - copying, publishing, printing, reselling, etc - will lead to legal implications.

ART by Fanitsa: www.fanitsa-petrou.com
*********

Διαβάστε επίσης: http://wp.me/s7jQTY-297

----------------------------------

Featured Posts
Categories
Recent Posts
Archive
Search By Tags