Η Γενιά του Κοριτσιού με το Μουστάκι

... Οι νέοι άντρες μαθαίνουν το δικό τους σώμα μέσα από τέτοιες μονομερείς και για αυτό συναισθηματικά “ασφαλείς” για τους ίδιους εκτονώσεις που γεννιούνται από το πορνό, και οι νέες γυναίκες μαθαίνουν από νωρίς τους ρόλους τους σα “γλάστρες” στο ερωτικό αλισβερίσι...


της Φανίτσας Πέτρου


Με προβλημάτισε η νεαρή του X-Factor. Η νεαρή με το μουστάκι που αποφάσισε όπως δήλωσε «αυθόρμητα», να μας δείξει το πισινό της. Προφανώς νιώθει παρεξηγημένη, απογοητευμένη για το ότι την έδιωξαν από το παιγνίδι, αλλά επίσης προφανώς, όχι μετανιωμένη. Εκ των υστέρων, δηλώνει θιγμένη για το πως της φέρθηκαν κατά τη διάρκεια του όλου διαγωνισμού, το πόσο δηλαδή την πίεζαν να προβάλει ένα σέξι εαυτό, το πόσο το σώμα της και το κατά πόσο ήταν σέξι ήταν η έννοια της παραγωγής, μα αν αυτό την ενοχλούσε 1) γιατί παρέμενε; και 2), γιατί έπαιξε ακριβώς το ίδιο παιγνίδι η ίδια, θυματοποιώντας τον εαυτό της από μόνη της;


Προσωπικά ενοχλήθηκα εξ ίσου και από το ζωγραφισμένο μουστάκι στο πάνω χείλος, και τη δήλωση της πως το κάνει λέει για το πατέρα της, ο οποίος πέθανε πρόσφατα και θάναι τώρα αυτή ο «άντρας» της οικογένειας. Με δυο λόγια, κάθε γυναίκα που είναι δυνατή, που μπορεί να επιβιώσει σε αυτό το κόσμο με κότσια, πρέπει νάναι «άντρας», μα και σύμφωνα με τη λογική της, να μοιάζει κιόλας – έστω και συμβολικά – με ένα άντρα. Τι μήνυμα αλήθεια από ένα Millennial κορίτσι! Πόσο όχι απλά αντιφεμινιστικό και μισογυνιστικό, μα και κλειστόμυαλο, κι ας ακούγεται σαν μαγκιά. Ένας Μεσαιωνισμός είναι, μεταμφιεσμένος σε προχωρημένη άποψη! Κι αν το κοριτσάκι τούτο (τι κοριτσάκι δηλαδή, κοτζάμ γυναίκα στη ουσία, στα 27 της!) τόκανε προφανώς για τους ίδιους ακριβώς λόγους που κάνει η γενιά της όλα τα όσα κάνει (η γενιά της που μεγάλωσε με την αισθητική του Internet και των social media): για να κερδίσει δηλαδή λίγη προσοχή, λίγα έξτρα δευτερόλεπτα δημοσιότητας, λίγα μπράβο για το «θάρρος» της, για να χορτάσει για λίγο το ναρκισσιστικό θηρίο που την αφήνει ήσυχη (τη γενιά ολόκληρη αυτή, όχι την ίδια) μόνο σαν νιώθει πως είναι «Ξεχωριστή», «Special» άξια προσοχής, δε παύει νάναι και εξαιρετικά κακόγουστο. Είναι μια πράξη ενός ανήλικου κοριτσιού που σπάζει το βάζο για να νευριάσει την αδιάφορη μητέρα του, γιατί ο θυμός της είναι κι αυτός μια μορφή προσοχής. Του κοριτσιού που αρνείται να φάει, για να διαφυλάξει μια σταγόνα ανεξαρτησίας μπροστά στο γονιό που επιβάλλει το θέλω του πάνω του. Του κοριτσιού που τραγουδά με το ζόρι σχεδόν στο πάρτι των γονιών του, για να εκβιάσει χειροκροτήματα και μπράβο. Και το κατέβασμα του εσωρούχου της, είναι και μια πράξη προτόγονη που μας παραπέμπει στο νόμο της ζούγκλας όπου οι πίθηκοι δείχνουν ένας στον άλλο τους πισινούς τους καθώς δεν έχουν λέξεις για να πουν τα όσα θέλουν, μα είναι πάνω από όλα, μια πράξη καθ’ όλα ανώριμη και μειωτική για την ίδια, που αν δεν έχει χρωματισμούς σεξουαλικούς, μας παραπέμπει ολόϊσια σε αυτούς…


Μα δεν τάχω με το κορίτσι, κι ας χρησιμοποιώ εδώ το τι έκανε σαν αφορμή. Τάχω με κάποια παιδια από τη γενιά των hipsters που μοιάζουν να ζουν αποκομμένοι από την ουσία. Των παιδιών που πάνε πάντα και για δεύτερο δίπλωμα (και όχι επειδή έχουν τέτοια έφεση και αγάπη στο αντικείμενο των σπουδών τους), μα και για τρίτο, και για τέταρτο και για όσα χρειαστεί βρε αδελφέ, αν είναι να πάρουν παράταση ενηλικίωσης. Αν είναι να μην αναγκαστούν σύντομα να επιστρέψουν και να πιάσουν δουλειά και να ζήσουν τη ζωή τους σαν ενήλικα, αυτόνομα πλάσματα. Τη γενιά των νεαρών που κυκλοφορούν με ποδήλατα των 20ς, και κουβαλούν όπου παν τις ξεφτισμένες βαλίτσες του παππού τους (που έχουν μέσα το smart phone τους, το tablet και όλα τα συναφή), και φτιάχνουν “καλλιτεχνικές” κατασκευές με τούβλα και μπογιατισμένες ξύλινες κάσες (και νομίζουν πως ανακάλυψαν την ταχινόπιττα) και τα πουλούν σαν “conceptual pieces” και installations, και πίνουν ουίσκια μέσα από βάζα μαρμελάδας, λες και βρισκόμαστε στην εποχή της ποτοαπαγόρευσης... Τη γενιά των αγοριών που παίζουν τη νύχτα σε μπάντες περίεργα όργανα, μικροσκοπικά γιουκαλέλι, και κόρνες και άδεια βαρέλια, όχι από τέχνη, μα για το άτιμο το θεαθήναι, για το άτιμο το «Κοίτα πόσο αβάσταχτα cool είμαι», και που το πρωί πάνε ακόμα στη μάνα τους για να τους πλύνει τα σώβρακα και να τους ταΐσει μαγειρευτό φαγάκι... Τη γενιά των αγοριών των καλυμμένων με τατουάζ, με τους περίτεχνους κότσους και τα κερωμένα μουστάκια και τα περίεργα γενάκια, που βάζω στοίχημα τους παίρνει ώρες κάθε πρωί να τα σχηματίζουν από την αρχή (κι αυτό από μόνο του θάπρεπε κανονικά να ξενερώνει τα κορίτσια...), ή των αγοριών με τις μακριές μέχρι το αφαλό Αγιοβασιλίτικες γενειάδες, λες κι είναι οι εφευρέτες του ηλεκτρισμού, ή τίποτε ασκητές στο Άγιο Όρος. Ή λες και μόλις εντάχτηκαν στο Isis… Τη γενιά των αγοριών που στη προσπάθεια τους να μοιάζουν διαφορετικά, μοιάζουν ακριβώς όπως κι όλοι οι πολλοί άλλοι που είχαν ακριβώς την ίδια ιδέα... (Κάποιος θα πρέπει να τα ειδοποιήσει: « Ψιτ, νεαρέ, κοίτα πίσω σου, υπάρχουν ακόμα τέσσερις ίδιοι και απαράλλακτοι εσύ. Γκρουπ είσαστε? Πεντάδυμα? Τι?») Και τη γενιά των κοριτσιών που καπνίζουν σα φουγάρα - γιατί ως γνωστό καλύτερα να πάθεις καρκίνο παρά πάχος – και που ισχυρίζονται πως τη βρίσκουν με τα πορνό που βλέπει το αγόρι τους, πως είναι πολύ cool και ένταξη, και παίζουν και σεξιστικά video games που επιβραβεύουν το βασανισμό / βιασμό γυναικών χωρίς να ιδρώνει το αυτί τους, γιατί είναι προχωρημένες βρε αδελφέ. Τη γενιά των κοριτσιών που το λέν με καμάρι πως δεν είναι φεμινίστριες γιατί είναι "ξεπερασμένο". Τη γενιά των κατά τα άλλα ετερόφυλων κοριτσιών, που φιλιούνται επιδεικτικά με άλλα κορίτσια στο στόμα, απλά και μόνο για να σοκάρουν τον περίγυρο, μα και να πάρουν πόντους «απελευθέρωσης» στα μάτια των αγοριών που ως γνωστό φτιάχνονται με κάτι τέτοια. Τη γενιά των κοριτσιών που σκαρφίζονται κόλπα του τύπου «φορώ μουστάκι γιατί είμαι άντρας»... Γιατί προφανώς το είναι μια γυναίκα γυναίκα είναι ανεπαρκές, ενώ το να είναι σαν άντρας είναι το απόλυτο βραβείο... (Άντε κορίτσια, αρπάξτε τους μαρκαδόρους σας να αποκτήσουμε και μεις αξία, και κότσια...!)


Μα ίσως δεν έχουμε το δικαίωμα να εκνευριζόμαστε: η γενιά της είναι έτσι κι αλλιώς αυτή που την μεγάλωσε η δική μου πάνω κάτω γενιά, που βίωσε παιδικές ηλικίες με πολέμους, και προσφυγιές, και φτώχειες, κι απανωτές ανατροπές, κι αυστηρούς γονιούς που είχαν να παλέψουν με τα κύματα και δε σήκωναν και πολλά - πολλά , κι είπε «ΟΚ, τα παιδιά μου θα μεγαλώσουν αλλιώτικα». Κι έτσι μεγάλωσε η γενιά μου (που γεννήθηκε στο τέλος των 60ς), τα παιδιά της: αλλιώτικα. Με περισσές επιείκειες, με νεραϊραδογενέθλια και με μια στρατιά δώρων και με ροζ τιάρες και με κάπες σούπερ ηρώων να ανεμίζουν στον αέρα. Έτσι μεγάλωσε: με γονείς που στήνουν καβγάδες με δάσκαλους που επιπλήττουν την αυθάδεια των παιδιών τους, και ύστερα – και για αυτό – με δασκάλους που έφτασαν στη πιο «Ωχ αδερφέ» φάση τους, και μοιράζουν βραβεία για τις συμμέτοχες πάρα για τις αξίες. Μια γενιά που μεγάλωσε χωρίς αυστηρότητες, και γι αυτό συχνά και χωρίς αίσθημα του μέτρου, του σωστού, του ηθικού, του δίκαιου, της ντροπής (κι είναι αναγκαία καμιά φορά, η ντροπή γιατί σου βάζει φρένο στις ανοησίες) μα μόνο με αίσθημα του τι είναι «δικό» τους. Του τι "δικαιούνται". Του τι τους "αξίζει". Μια γενιά που μεγάλωσε και με απογεύματα γεμάτα μαθήματα πιάνου και κιθάρας και χορού και ζωγραφικής και θεάτρου και «δημιουργικής» γραφής, που οι γονείς συνεχίζουν να πληρώνουν μόνο αν οι δάσκαλοι συνεχίζουν να τους επιβεβαιώνουν για το πόσο ταλαντούχα πλάσματα είναι τα παιδιά τους, το πόσο ξεχωριστά, το πόσο άξια προσοχής και παγκόσμιας καλλιτεχνικής καριέρας. Και το μεταφέρουν στα παιδιά τους τούτο το όνειρο οι γονείς, που γίνεται σιγά σιγά και δικό τους, μαζί με τη σιγουριά πως τους το χρωστά η ζωή. Μια γενιά που μεγάλωσε και με γιαγιάδες και παππούδες γεμάτους ενοχές για τη δική τους σκληρότητα κι αδιαφορία σαν γονείς, που επανορθώνουν το παρελθόν στα εγγονάκια. Με επιείκειες και δώρα και κανακέματα.


Η γενιά αυτή που την μεγάλωσαν οι γονείς που μεγαλώσαν οι ίδιοι χωρίς επαίνους και μπράβο για αυτό και τα χαρίζουν αδιάκριτα, δημιουργώντας τέρατα αυτοπεποίθησης και ναρκισσισμού! Με μητέρες που μεγαλώσαν σε εποχές που το σεξ ήταν γι αυτές ταμπού, κι είπαν «το παιδί μου θα μεγαλώσει αλλιώτικα!», μα χάσανε τον έλεγχο κάπου στη πορεία, γιατί δε σκεφτήκαν πως η απελευθερωμένη γυναίκα είναι αυτή που σέβεται η ίδια πρώτα από όλα το δικό της το σώμα. Είναι αυτή που διεκδικεί την επιλογή να το μοιραστεί με αυτόν που εκείνη και μόνο διαλέγει, κι όχι αυτή που το μετατρέπει σε φτηνό θέαμα, απλά γιατί εκείνες όφειλαν να το κρύβουν... Κι επειδή τους έμαθαν οι δικοί τους γονιοί να ντρέπονται για το γυμνό τους σώμα, είπαν λοιπόν να ελευθερώσουν τα παιδιά τους από τα παλιά ταμπού. Τους έμαθαν λοιπόν ότι είναι ΟΚ νάσαι γυμνός μπροστά σε άλλους, μα ξέχασαν να τους μάθουν να διαλέγουν σε ποιους το φανερώνουν και το πως η επιλογή είναι από μόνη της εξουσία. Ξέχασαν να μάθουν στα παιδιά – κι αγόρια και κορίτσια - να σέβονται το σώμα τους, ντυμένο ή γυμνό, γιατί είναι ιερό, γι αυτό και η όποια οικειότητα δοθεί σε κάποιο έχει μια βαρύτητα. Κι είναι πολύτιμο μάθημα τούτο, γιατί σε κάνει αυτόματα να σέβεσαι και του αλλουνού το σώμα: κάνει τα αγόρια να αναγνωρίζουν όρια και να αντιλαμβάνονται πως δεν δικαιούνται να τα διαπεράσουν αν δε τους επιτραπεί. Και κάνει τα κορίτσια να αναγνωρίζουν το δικαίωμα τους να έχουν όρια και το δικαίωμα να διαλέγουν σε ποιον θα παραχωρήσουν το δικαίωμα να τα διαβεί.


Αν το μάθαιναν οι νέοι τούτο το μάθημα δε θα ζούσαμε τώρα σε αυτό που ονομάστηκε Rape Culture (κουλτούρα Βιασμών!) με κατακόρυφη αύξηση των βιασμών και κακοποιήσεων εναντίον γυναικών και κοριτσιών παγκόσμια. Δε θάχαν τα αγόρια την πεποίθηση πως ο βιασμός δεν είναι παρά μια ερωτική πράξη σαν τις άλλες, την οποία τη δικαιούνται, και τα κορίτσια δε θα επέτρεπαν στους εαυτούς τους να εξευτελίζονται σε μιμήσεις των ιερόδουλων, μέσα από μαθήματα στριπτίζ και pole dansing, και μεταξύ μας, δεν θα είχαν και τέτοιο καμάρι για τις επιδόσεις τους σε συγκεκριμένες ερωτικές πράξεις που από τη φύση τους αποκλείουν την ανταποδοτικότητα και τις μετατρέπουν σε εργαλεία…


Αν σέβονταν οι νέοι άνθρωποι το σώμα τους, δε θα είχαν μια τέτοια γιγαντιαία ανάγκη ερωτικής αυτοεπιβεβαίωσης μέσα από το γύρισμα ιδιωτικών πορνό / sex tapes και μέσα από την ανταλλαγή "ερωτικών" selfies που τους μετατρέπει - και περιορίζει - σε σωματικά όργανα: τα κορίτσια στέλνουν συνήθως φωτογραφίες του στήθους τους, τα αγόρια των γεννητικών οργάνων τους. Κι όσο κι αν τα αγόρια τα ευχαριστιούνται τα tit-selfies που λαβαίνουν, τα κορίτσια νιώθουν σύμφωνα με πολλές έρευνες, από αμήχανα μέχρι και αηδιασμένα και θυμωμένα για τα dick- selfies που λαβαίνουν που είναι έτσι κι αλλιώς “αποδείξεις” της ηδονής που προκάλεσε στα αγόρια κάποια ή κάτι άλλο, μα φυσικά δε τολμούν και να το εκφράσουν από φόβο μην και φανούν ψυχρές, οπισθοδρομικές…. Ταύτισαν λοιπόν οι νέες γενιές το σεξ όχι με δόσιμο, ανταποδοτικότητα, επικοινωνία, μα με αυτό που το αγόρι δικαιούται να πάρει, και αυτό που το κορίτσι οφείλει να δώσει αν όχι σαν βίωμα τότε σαν θέαμα, για να πάρει εύσημα. Για να πάρει την επιβράβευση της hot γκόμενας.


Η πράξη της νεαρής γυναίκες να δείξει στο Πανελλήνιο τον πισινό της, δε δείχνει όπως προφανώς θα ήθελε, το πόσο είναι προχωρημένη και απηλλαγμένη είναι από τα παλιά σεξιστικά ταμπού, μα αντίθετα, το πόσο είναι ίσως καθηλωμένη σε αυτά. Γιατί σαν πολλά κορίτσια της γενιάς της, επιβεβαιώνει τα παλιά πανάρχαια στερεότυπα πως μια γυναίκα δεν είναι παρά ένα σώμα, για την ακρίβεια δεν είναι παρά σκόρπια μέλη: στήθος, κόλπος, στόμα, πισινός! Η αξία της σύγχρονης γυναίκας, μετριέται έτσι κι αλλιώς, μόνο μέσα από το πως εκλαμβάνουν την «ποιότητα» των σωματικών μελών της οι άλλοι (οι άντρες), όχι ο ένας που θα επιλέξει κατα καιρούς η ίδια για τους προσωπικούς της λόγους, και με τον όποιο η ίδια θα έχει σεξουαλικά συνευρεθεί μαζί του, μα ΟΛΟΙ οι άντρες που θα γνωρίσει ποτέ σε ολόκληρη τη ζωή της, που της είναι προσωπικά, συναισθηματικά και σεξουαλικά αδιάφοροι, μα που αποζητά καθημερινά την έγκριση τους, χωρίς την οποία δε μπορεί να υπάρξει σαν αυτόνομο πλάσμα. Μα διψά εξ ίσου και για την έγκριση (και φυσικά και τον φθόνο) των άλλων γυναικών που βιώνουν κι εκείνες αναγκαστικά την ανελέητη αέναη σύγκριση των δικών τους «μελών» με αυτά των άλλων γυναικών (όλων των γυναικών του πλανήτη για την ακρίβεια). Γιατί τι άλλο είναι η καθημερινότητα μιας γυναίκας χωρίς αυτοσυναίσθημα, από ένας εφ’ όρου ζωής διαγωνισμός καλλιστείων;


Κι αν είναι το φανέρωμα του πισινού συχνά στο Δυτικό κόσμο μια κίνηση που συμβολίζει επανάσταση, ένα συμβολικό “fuck you!” στα μούτρα της εξουσίας, ένα “kiss my ass γιατί η γνώμη σου για μένα μου είναι αδιάφορη», η αλήθεια είναι πως είναι τέτοιο μόνο για τους άντρες! Γιατί όπως και σε όλα τα υπόλοιπα, άλλοι κανόνες ισχύουν για τις γυναίκες, άλλοι για τους άντρες – ειδικά όταν αυτοί έχουν να κάμουν με το σώμα τους. Μια τέτοια πράξη καμωμένη από γυναίκα, έχει λοιπόν χρώμα σεξουαλικό πάνω από όλα, που δεν έχει να κάμει με τη δική της αίσθηση του σώματος ή τη δική της ευχαρίστηση, μα με αυτή που προκαλεί με το θέαμα που προσφέρει. Έχει να κάμει με τη δική της ναρκισσιστική ανάγκη όχι να πει fuck you!”, μα αντίθετα, συμβολικά πάντα (εύχομαι…) ένα “fuck me!” Μα κι είναι ένα παρακαλεστικό και πιθανώς ασυνείδητα εκφραζόμενο “Κοιτα με! PLEASE!!! Κοίτα με! Δώσε μου αξία γιατί με κοιτάς” Είναι ένα παιδιάστικο “Σου αρέσει ο πισινός μου;” Μα πάνω από όλα είναι ένα “εξευτέλισε με!” Όταν λοιπόν μια γυναίκα το κάνει, δεν είναι επανάσταση. Είναι αντίθετα, μια κραυγή που μυρίζει υποταγή κι απελπισία, γιατί δεν απευθύνεται σε κάποιο αντικείμενο του πόθου της, μα στα απρόσωπα πλήθη που υπάρχουν στην άλλη πλευρά της κάμερας, και που μετατρέπει άθελα της – και άθελα τους - σε ηδονοβλεψίες, σε λαθραναγνώστες του δικού της ιδιωτικού χώρου / σώματος που απο-ιεροποιεί από μόνη της, μετατρέποντας το σε ένα ακόμα Γρανάζι στη μηχανή που μειώνει τους άπατους ωκεανούς της γυναικείας φύσης και τους περιορίζει σε ένα κομμάτι της ανατομίας της, μετατρέποντας την σε ένα κομμάτι κρέας…


Η εμμονή με τους πισινούς είναι άλλωστε ένα χαρακτηριστικό της εποχής μας, γιατί ακριβώς εκφράζει τη ενδυνάμωση της Πατριαρχίας και την ανάγκη να ξαναμπούν οι γυναίκες πίσω στη θέση τους. Κι είναι μια “αισθητική” που καθορίστηκε μέσα από τα σύγχρονα πορνό, στα οποία οι περισσότεροι νεαροί άντρες – και όχι μόνο οι νεαροί - είναι κυριολεκτικά εθισμένοι. Και τα κορίτσια τα απελπισμένα για λίγη προσοχή που πρέπει να δουλέψουν σκληρά για να τη κερδίσουν, αφού έχουν να συναγωνιστούν τις πορνοστάρ οι οποίες είναι πάντα διαθέσιμες και έτοιμες με το πάτημα του “Play” στον υπολογιστή, έμαθαν να παίζουν το παιχνίδι καλά. Όταν λοιπόν ένα κορίτσι “απευθύνει” τον πισινό του στο κόσμο (lets face it, βασικά στους άντρες θεατές), οι συμβολισμοί είναι πολλαπλοί. Η δική της (ξανά όχι της συγκεκριμένη μα της οποιασδήποτε θεωρητικής κοπελιάς) “αντικειμενοποίηση” του πισινού της, είναι μια κραυγή απελπισίας που φωνάζει: “κάνε το μου έτσι όπως το κάνουν τα ζώα, έτσι που να μην βλέπεις το πρόσωπο μου, το ποια είμαι, το τι νιώθω, το πως αντιδρώ. Για να φανταστεις ότι/ όποια θέλεις. Για να μη μειωθεί η δική σου ευχαρίστηση από τις δικές μου ανθρώπινες αντιδράσεις! Γιατί δεν είμαι παρά ένα τίποτε…” (Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι είναι το δημοφιλέστερο “είδος” σεξ που απεικονίζεται στο Game of Thrones, τη τηλεοπτική σειρά με τις βαθιά μισογυνιστικές τάσεις)


Όλες οι ερωτικές πράξεις που αποκλείουν το αντίκρισμα της συντρόφου του άντρα, είναι μια κραυγή υποταγής από μέρους της γυναίκας, μα πάνω απ’ όλα, είναι και ένα άλλοθι για τον άντρα που διψά για το απρόσωπο σεξ των πορνό, και είναι και συχνά και μια έκφραση του δικού του φόβου μπροστά στη απελευθερωμένη και ερωτικά απαιτητική γυναίκα που δεν μπορεί να την αντικρίσει στα ίσα (κυριολεκτικά και συμβολικά) και που επιθυμεί κατά βάθος να τη τιμωρήσει παρά να την ευχαριστήσει. Να την βάλει στη “θέση της”. Να της δείξει ποιο είναι το “αφεντικό” (παρεπιμπτόντως ΟΧΙ, δεν είναι όλες οι γυναίκες που φτιάχνονται με αυτή την ιδέα...) Είναι δηλαδή μια έκφραση αντρικής καταπιεσμένης ανασφάλειας και μισογυνισμού, που βρίσκει την μέγιστη ευχαρίστηση μέσα από τον εξευτελισμό της γυναίκας, μα είναι και συχνά και μια έκφραση των δικών του κρυφό-γκέι τάσεων που αδυνατεί να αντιμετωπίσει στα ίσα: το σεξ με μια γυναίκα γίνεται ευκολότερο αν δεν την βλέπει, αν δεν είναι παρά ένας ακέφαλος πισινός που θα μπορούσε νάναι κι αντρικός….


Το μήνυμα δίνεται από παντού, και είναι καμιά φορά μεταμφιεσμένο σαν σεξουαλική και φυλετική απελευθέρωση, όπως στη περίπτωση του ομολογουμένως πολύ catchy σουξέ της Meghan Trainor All About That Bass” που ενώ δηλώνει πως είναι ΟΚ το να μην είσαι “size two” (εξαιρετικά αδύνατη δηλαδή), προσθέτει ότι αυτό δε πειράζει, αν έχεις μεγάλο πισινό… Μειώνει δηλαδή ξανά τις γυναίκες με το να τις βλέπει απλά σα σκόρπια μέλη με συγκεκριμένες προδιαγραφές ποιότητας που οι άντρες της κάθε εποχής καθορίζουν και εγκρίνουν σαν κατάλληλες… Παρομοίως το φετινό και τρίτο sequel του πάλαι ποτέ εξαιρετικού “Barbershop”, (“Barbershop, the next cut”) είναι κάτι σαν “αφιέρωμα” στους μεγάλους πισινούς – με πρώτο και καλύτερο τον σεβαστού μεγέθους, της Nicki Minaj... Κι αν τα αστεία – ακόμα και τα χοντρά – μας έκαναν να γελούμε μέχρι δακρύων στα 2 πρώτα “Barbershop”, αυτό εδώ μας προκαλεί μέχρι και αηδία με το τρόπο που χειρίζεται το όλο θέμα…


Αν λοιπόν για ένα άντρα, ο ξεγυμνωμένος του πισινός φανερώνει όπως είπα, μια επανάσταση, για τη γυναίκα, δεν είναι παρά μια ακόμα επιβεβαίωση της υποταγής της στους πανάρχαιους της ρόλους. Είναι μια παράδωση της δύναμης της. Ενα παρακαλεστικό “Κοίτα με!” Μια παραδοχή πως και ή ίδια εκλαμβάνεται τη αξία της σαν άτομο, μόνο μέσα από το σώμα της, και νιώθει δυνατή μόνο μέσα από την έγκριση που θα κερδίσει από την αντρική ματιά μόνο από το σώμα της. Είναι μια παραδοχή της υποταγής στο ρόλο αυτό που φυσικά την κάνει πιο επιθυμητή γιατί ακριβώς την “μετατρέπει” σε ένα σώμα, και της κλέβει τη φωνή, την επιλογή, τη δύναμη. Δεν είναι πλέον άνθρωπος, ένα σύνολο δηλαδή από σκέψεις και επιθυμίες και ταλέντα και παρελθόν και πληγές και όνειρα. Δεν έχει φωνή, άποψη, αδυναμίες, αγάπη, θυμό, οργή, αγανάκτηση, απαιτήσεις, δικαιώματα, φοβίες, ή δικές της συναισθηματικές και σεξουαλικές ανάγκες γιατί για κείνα τα λίγα δευτερόλεπτα, δε είναι παρά ένα κομμάτι κρέας. Απρόσωπο και γι αυτό ακριβώς το λόγο, επιθυμητό. Όπως ακριβώς οι δισδιάστατες γυναίκες στα τύπου Playboy περιοδικά, ή γυναίκες στη πορνογραφία ή τα ερωτικά comics, που υπάρχουν μόνο για όσο η αντρική επιθυμία γεννιέται και διαρκεί. Όταν σβήσει το monitor, όταν κλείσει το περιοδικό, εξαφανίζονται. Είναι “ετοιμοπαράδοτες”, εύχρηστες, ετοιμοπόλεμες, του χεριού του (in more ways than one…) Τις βρίσκει μόνο σαν τις έχει ο ίδιος ανάγκη. Υπάρχουν μόνο στο σύμπαν της φαντασίωσης του, και μόνο για όσο αυτή διαρκεί. Δεν υπάρχει αλισβερίσι, ανταποδοτικότητα, ή απαίτηση προσαρμογής στις ανάγκες ενός άλλου ανθρωπινού πλάσματος, γιατί ακριβώς δεν πρόκειται για ανθρώπινα πλάσματα, μα απλά για απεικονίσεις σωμάτων. Απρόσωπων, καμιά φορά και ακέφαλων σωμάτων, σκόρπιων μελών που κατασκευάστηκαν ειδικά προς κατανάλωση....


Οι νέοι άντρες μαθαίνουν το δικό τους σώμα μέσα από τέτοιες μονομερείς και για αυτό συναισθηματικά “ασφαλείς” για τους ίδιους εκτονώσεις που γεννιούνται από το πορνό, και οι νέες γυναίκες μαθαίνουν από νωρίς τους ρόλους τους σα “γλάστρες” στο ερωτικό αλισβερίσι. Σαν δηλαδή ωραίο θέαμα που σκοπό έχει να γεννήσει την επιθυμία, μα όχι κατά ανάγκη να την βιώσει. Το μειωμένο – για την ακρίβεια κατακρεουργημένο αυτοσυναίσθημα τους, που γεννιέται και από την σύγκριση με τις πορνοσταρ, και βρίσκει παρηγοριά και λόγο ύπαρξης μόνο εφόσον γίνονται θέαμα και στις (προφανώς πολλές τελευταία) περιπτώσεις, όπου γίνονται και εθελούσια θύματα μέσα σε ένα σαδομαζοχιστικό πλαίσιο, που βρίσκουν παρηγοριά και λύτρωση μόνο όταν ξυλοκοπούνται... Οι νέες γενιές μεγαλώνουν άλλωστε σε ένα κόσμο που όλα όσα οι παλιότερες γενιές θα έβρισκαν στην συντριπτική τους πλειοψηφία αποτρόπαια, αυτές έμαθαν να τα θεωρούν ερωτικά. Τα torture-porn, τα πορνό δηλαδή με σκηνές βασανισμών, ακρωτηριασμών και όλων των λογιών εξευτελισμών γυναικών, δεν είναι πλέον υποείδος για λίγους – πιθανώς διαταραγμένους - μα είναι πλέον μέρος της maintream κουλτούρας της εποχής μας, και μέρος της σεξουαλικής επικοινωνίας των νεαρών ζευγαριών, γιατί ακριβώς μεγαλώσαν μέσα σε ένα πλαίσιο όπου το αγόρι αυτοεπιβεβαιώνεται διαρκώς για την “εγκυρότητα” του ανδρισμού του μέσα από την έκφραση των σαδιστικών ένστικτων τα οποία μέσα στη ποπ κουλτούρα (όπως κάποτε μέσα στα θρησκευτικά πρότυπα) έγιναν συνώνυμα της αξίας του. Μέσα από την καθημερινή θέαση torture-porn δεν καταστρέφει απλά τις πιθανότητες να συνευρεθεί με ένα φυσιολογικό τρόπο με τη σύντροφο του, μα επιβεβαιώνει καθημερινά όλες τις σεξιστικές πεποιθήσεις του (βλ.: “οι γυναίκες είναι κατώτερα πλάσματα, τους αξίζει να τιμωρηθούν / ξυλοκοπηθούν / ακρωτηριαστούν / μαστιγωθούν / δολοφονηθούν” / “έχω δικαίωμα να το κάνω / “τους αξίζει” / "ειμαι το αφεντικό" / “ το γυρεύουν “ / “τους αρέσει κατά βάθος” (= γιατί φαίνεται να αρέσει στη πορνοστάρ που πληρώθηκε αδρά για να το προσποιηθεί) κλπ κλπ. Ενώ αντίθετα, το κορίτσι θυματοποιεί εθελούσια τον εαυτό της για να μην τυχών και φανεί οπισθοδρομική, ψυχρή (η μεγαλύτερη ρετσίνια), και για να μην μείνει μόνη (η απόλυτη αποτυχία). Βουτηγμένη στα πηγάδια της αυτολύπησης και του αυτομίσους, το θεωρεί σα το μόνο που της αξίζει έτσι κι αλλιώς. Η δε δική της, ανώριμη και γεμάτη αντιφάσεις κι ένοχες σεξουαλικότητα, παρέα με το ασχημάτιστο αυτοσυναίσθημα και όπως είπα τον παραλυτικό φόβο πως θα μείνει μόνη αν δεν υποταχτεί, αν δε φορέσει με χαρά το λουράκι του σκύλου στο λαιμό, αν δε κρεμαστεί με τσιγκέλι από το ταβάνι σα ένα κομμάτι κρέας σε κρεοπωλείο, κλπ κλπ, την μετατρέπουν εύκολα σε πρόθυμο θύμα.


Μεγαλωμένη η μέση κοπέλα της γενιάς αυτής σε μια “κουλτούρα” από trashy βιβλία τύπου “Fifty shades of Gray” που ρομαντικοποιούν τον σαδισμό, και στίχους ραπ τραγουδιών που βλέπουν τις γυναίκες μόνο σα εργαλεία, και ταινίες και τηλεοπτικές σειρές (διαβάστε το κείμενο μου “Από τον Hitcock στο Game of Thrones” για παραδείγματα) που τις επιβεβαιώνουν ότι δεν είναι παρά ένα σώμα, και η βία είναι λέει σέξι, και το να μην δέχεται το όχι σου ο άλλος είναι απόδειξη μεγάλου έρωτα, δέχεται τους παθητικούς της ρόλους, χωρίς πολλά πολλά. Κερδίζοντας μέσα από την θυματοποίηση της και τον σωματικό πόνο, μια διαστρεβλωμένη αίσθηση του σώματος της που έμαθε να μισά από παιδάκι. (Παρεμπιπτόντως, αν κάποιος τολμούσε να ζητήσει από μια γυναίκα παλιότερων γενιών (ηρεμήστε, εννοώ στα νιάτα της...) να κρεμαστεί από τον πολυέλαιο, αυτή θα απαντούσε: «Δε πα να κουρεύεσαι ψυχανώμαλε. Θα τηλεφωνήσω της αστυνομίας!!» Η μέση νεαρή σήμερα πιθανότατα θα πει: «ΟΚ. Πόσο ψηλά ακριβώς;»)


Η μονόχρωμη και περιοριστική ανάγκη του αγοριού λοιπόν, να αποδεικνύει την αξία του μέσα από το τρόπο που θυματοποιεί ή εξευτελίζει, βιάζει, τιμωρεί, μαστιγώνει, ξυλοφορτώνει ή απλά βάζει στη θέση τους τις γυναίκες – και όχι μόνο μέσα από την ερωτική πράξη) και από την άλλη, η ενοχική σεξουαλικότητα της μέσης νεαρής γυναίκας μα και η απέχθεια που νιώθει για το σώμα της που όσο όμορφο και νάναι είναι πάντα λιγότερο όμορφο από αυτό του κατοικεί μόνιμα στο μυαλό του ερωτικά ανώριμου συντρόφου της, των περιοδικών ή των πορνό με τις ρετουσαρισμένες εικόνες και τις πλαστικές, μα και το πόσο ταύτισε ολόκληρη την ύπαρξη της, όλο εαυτό της, με το σώμα της, μας έφερε εδώ…

Από τη μια, ο φόβος του άντρα ότι οι γυναίκες διεκδικούν τη κοινωνική / οικονομική του θέση, το αίσθημα αγάπης και μίσους που τρέφει προς τη μάνα του, ο φόβος του ότι θα εξουσιαστεί από μια άλλη γυναίκα (όπως εξουσιάζεται από τη μάνα του), ο πανικός του ότι μπορεί και να αναγκαστεί να προσαρμόσει τις δικές του ανάγκες, να αλλάξει, να περιοριστεί μπροστά στα θέλω κάποιου άλλου, αλλά και κυρίως το ότι ποτέ και κανένας δε του ζήτησε ποτέ να ωριμάσει, και να διανοηθεί πως πρέπει να προσαρμοστεί σε κάποιου άλλου τις ανάγκες, κι από την άλλη, η επιθυμία της γυναίκας να είναι επιθυμητή ακόμα κι όταν η ίδια είναι ερωτικά αδιάφορη, ή όταν θυματοποιείται, εξευτελίζεται, μειώνεται ή ακόμα και κινδυνεύει, και ο πανικός της πως δε θα παντρευτεί (κι όταν παντρευτεί, δε θα κρατήσει το ενδιαφέρον του άντρα της) αν δεν είναι πρόθυμη να παίξει το παιγνίδι της υποταγής, είναι αυτό που διαιωνίζει σήμερα το χάσμα ανάμεσα στα φύλα… Η επικοινωνία τους, είναι γι αυτό κατά βάθος “αυτιστική”, μονομερής, γιατί όντως δεν είναι ίσοι την ώρα τις συνεύρεσης. Μα είναι και συναισθηματικά “ασφαλής” γι αυτό και δημοφιλής: η γυναίκα στο αλισβερίσι των φυλετικών σχέσεων μετατρέπεται σε παροχέα του θεάματος παρά σε δέκτη ηδονής. Η σχέση γίνεται μια μονόπλευρη και κενή συναλλαγή που βασίζεται ακριβώς στο γεγονός ότι οι γυναίκες μεγαλώνουν σε ένα κόσμο που της επιβεβαιώνει από παντού πως δεν είναι παρά σώματα, και πως η αξία τους μετριέται μόνο και για όσο το σώμα τους έχει τις προδιαγραφές ποιότητας που τα αντροκρατούμενα media επιβάλλουν σαν κατάλληλες. Κι είναι μια θλιβερή κληρονομιά, μια σκυτάλη- βόμβα που παραδίδεται από μητέρα σε κόρη από τα πρώτα κιόλας χρόνια του κοριτσιού. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: αν σε αγαπήσουν θαναι για το σώμα σου και μόνο. Κι αν σε απορρίψουν θαναι για το σώμα σου και μόνο, και θάναι φυσικά δικό σου φταίξιμο γιατί δε προσπάθησες αρκετά να το διορθώσεις με δίαιτες και πλαστικές και γυμναστικές και όλα τα όργανα του γυναικείου μαρτυρίου - που έκαναν παρεμπιπτόντως πολλούς άντρες εκατομμυριούχους.


Η τραγική ειρωνία είναι πως μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είναι μόνο οι "ασχημούλες" που αγαπιούνται (αν αγαπηθούν) αληθινά! "Αληθινά" με την έννοια όχι απλα για τα σκόρπια μέλη τους και για όσο εννοείται αυτά είναι "πρώτης ποιότητος", μα σαν ολοκληρωμένα ανθρώπινα πλάσματα: σαν ένα σύνολο από απόψεις, μυαλό, καρδιά, ανάγκες, πληγές, ικανότητες, και ναι, και σώμα. Αυτό κι είναι είναι ειρωνία!!! (Τόξεραν κι οι Τζέην Ώστην κι οι Μπροντε αυτό, και επέμεναν να μας παρουσιάζουν τις ασχημούλες "plain" και έξυπνες και ανεξάρτητες ηρωίδες τους, να αγαπιούνται πιο πολύ από τις καλλονές... ) Και είναι αυτό το μοναδικό είδος αγάπης που δεν γερνά, δε φθείρεται και δε "ξεπερνιέται" γιατί δεν ακολουθεί την σίγουρη και αναπόφευχτη πορεία του σώματος και της ομορφιάς προς τη φθορά. Και είναι αυτό το "μοντέλο" έρωτα, και το είδος ανώτερου συντρόφου, που θάπρεπε να διδάσκουμε στις νέες να στοχεύουν, παρά το να "αρπάζουν" ότι σκουπίδι βρουν, μην και τυχόν μείνουν μόνες...


«Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία» λέει το λαϊκό άσμα... Και οι γυναίκες με το τραυματισμένο αυτοσυναίσθημα, το πιστεύουν με ευκολία, και αν δεν το ακούσαν ποτέ, το ονειρεύονται. Χωρίς να ρωτούν «Κι αν καμιά φορά δεν είμαι, τότε τι χαμπάρια;» ή "και η άλλη τύπισσα που είναι και κεινη όμορφη;», ή "Και συ που δεν είσαι ωραίος, πρέπει να σταματήσω να σε αγαπώ;" Μα οι γυναίκες δε το πολυπαιδευουν. Απλά θέλουν νάχουν καποιο να τους απαλύνει το φόβο με κομπλιμέντα. Εκτος κι αν είναι έξυπνες. Έκτος κι αν έχουν αυτοπεποίθηση. Εκτός κι αν το αγαπούν το σώμα που τις κουβαλά, στις καλές και τις «άσχημες», σύμφωνα με το κοινό κριτήριο, φάσεις του. Όποτε το θεωρούν βρισιά, κι όχι κομπλιμέντο το εν λόγω άσμα... Μα ο μύθος είναι στέρεος και θέλει τις γυναίκες που αντιστέκονται στο παραμύθι της ομορφιάς σαν το απόλυτο κριτήριο της αξίας τους, νάναι λέει άσχημες, και γι αυτό πικραμένες. Για τη ακρίβεια είναι πολύ συχνά ακριβώς το αντίθετο... Η Gloria Stein, η Naomi Wolf, η Maureen Dawd, η Germaine Greer, που έγραψαν τόσα για το πόσο η προσκόλληση στο σώμα και την ομορφιά είναι για τις γυναίκες μια φυλακή, υπήρξαν και είναι καλλονές. Μα επίσης, υπήρξαν και είναι έξυπνες, οξυδερκείς, θαρραλέες γυναίκες, που είπαν ένα αληθινό (όχι γιαλατζί...) και βροντερό "fuck you!" στους άντρες και στο σύστημα που τις μείωσαν, και που αντιστάθηκαν στο μύθο που λέει πως οι γυναίκες δεν είμαστε παρά μόνο σώματα και η αξία μας μετριέται μόνο μέσα από την ομορφιά μας, μέσα από τα σκόρπια ακέφαλα μας μέλη και όσα έχουμε να πούμε στο κόσμο πρέπει να τα πούμε με αυτά.... Όχι πως όσα έγραψαν οι "λιγότερο" όμορφες, αναιρούνται ακριβώς γιατί δεν ήταν καλλονες, φυσικά. (Μια δόση από Andrea Dorkin θάπρεπε κατα τη γνώμη μου νάταν υποχρεωτική για κάθε γενιά κοριτσιών....) Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό των συναισθηματικά έξυπνων γυναικών και των συναισθηματικά ώριμων ανθρώπων (και των δύο φύλων) η απελευθέρωση του έρωτα από την κλειστοφοβική φυλακή της εμφάνισης που θεωρούν "ομορφο" αυτό που αγαπούν! Μακάρι να το μάθαιναν τούτο το πολύτιμο οι γονείς στις κόρες μα και τους γιούς τους!!!


Μα ο μύθος είναι δυνατός και όσο κι αν υπήρχε από πάντα, επιστρέφει δυνατότερος σε εποχές (όπως τη δική μας) που η Πατριαρχία δυναμώνει. Κι η εμπέδωση του μηνύματος αυτού ξεκινά από πολύ νωρίς: οι μητέρες παγκόσμια, θηλάζουν ας πούμε τις κόρες του για λιγότερο διάστημα απ’ ότι τους γιους τους, και τους δίνουν σημαντικά λιγότερη «δόση» γάλακτος για όσο διάστημα διαρκεί ο θηλασμός! Ακόμα και σα νεογέννητα μωράκια, τα κοριτσάκια πρέπει να το αποδεχτούν δηλαδή το μήνυμα πως 1) δεν αξίζουν και πολλά και 2) η αξία τους μετριέται με τη «ποιότητα» του σώματος τους (βλ. δε πρέπει να ναι παχουλά), μα και 3) η στέρηση θάναι κομμάτι της ζωής τους... Η πείνα τους τιμωρείται, ενώ η πείνα των αγοριών (όπως και των αντρών) επιβραβεύεται! Η πείνα τους για φαϊ, μα και για όνειρα, γνώση, φιλοδοξία, έρωτα, επιτυχίες, λεφτά, αναγνώριση, ελευθερία, δικαιοσύνη, ανεξαρτησία) πρέπει να μείνει για πάντα καταπιεσμένη. Αν είναι να αγαπηθούν. Άλλωστε αυτό το μήνυμα πως η ζωή ανήκει σε όσες έχουν το μυαλό στο σώμα τους, το δίνουν οι γυναίκες στις κόρες τους και με το δικό τους παράδειγμα: με τη διαρκή δυσαρέσκεια τους με το δικό τους σώμα, τις αιώνιες δίαιτες τους και το ανελέητο πόλεμο που στήνουν με το σώμα τους και τα σημάδια του φαγητού ή του χρόνου πάνω του, σε ολόκληρη τη ζωή τους, μα και με το πόσο αυστηρά και συχνά άκαρδα κρίνουν τις ατέλειες των άλλων γυναικών...


Ακόμα και η χειρότερη μάνα του πλανήτη, αυτή που παραμέλησε, εγκατάλειψε, κακοποίησε τη κόρη της, θα φροντίσει πρώτα να της μάθει να μισά το σώμα της, με το να της πει να μην τρώει πολύ, να μην κάθεται ή να μην περπατά με αυτό, ή εκείνο τον τρόπο, να ντύνεται καλύτερα, να φορά τακούνια, να το θεωρεί φυσικό το πως πρέπει να αλλάξει με χίλιους δυο τρόπους για να γίνει αρεστή. Γιατί αυτό που είναι, είναι εντέλει και πάντα ανεπαρκές... Γιατί η ίδια νιώθει νάναι ανεπαρκής... Κι επίσης το πως η μοναδική ευκαιρία που θα έχει να «πετύχει» στη ζωή της είναι αν κερδίσει την έγκριση κάποιου άντρα μέσα ακριβώς από το σώμα της. Κι αυτό το τελευταίο αν δε το μάθει από την μάνα της, θα το μάθει από τα περιοδικά, τον κινηματογράφο, τη pop κουλτούρα, τη μόδα. Γι αυτό και θα μάθει από νωρίς να μη στέκεται όρθια μπροστά σε όσα τη μειώνουν, και με θάρρος, δύναμη, ευγλωττία, εξυπνάδα, αυτοπεποίθηση, γνώσεις να υπερασπίζεται τον εαυτό της, κάθε φορά που αυτός αμφισβητείται ή κινδυνεύει, μα θα το κάνει με το μάκρος της φούστα της, το πόσο μπούστο φανερώνει, με το χρώμα των μαλλιών της, με τα τακούνια της, ή με το να ξεγυμνώσει το στήθος ή το πισινό της… (Γιατί στο τέλος της μέρας δεν είναι παρά ένα στήθος, ένας πισινός...)

Η πράξη λοιπόν του εν λόγω κοριτσιού ίσως νάναι μια πράξη μιας κοπελιάς που μεγάλωσε μέσα σε μια κουλτούρα που περισσότερο παρά ποτέ, όχι μόνο εξευτελίζει την γυναίκα και την επανατοποθετεί στο παλιό κάλο της ρόλο του σώματος-και-τίποτε-άλλο, μα το χειρότερο, την καλεί να το κάνει η ίδια στον εαυτό της.

Κι είναι γι αυτό που της το συγχωρούμε το ατόπημα.


Μα είναι και για αυτό που μας εξοργίζει…


***

Η Γενιά του Κοριτσιού με το Μουστάκι - Art & Words Copyright © Fanitsa Petrou. All Rights Reserved.
Feel free to share on social media. Any other, unauthorised use - copying, publishing, printing, reselling, etc - will lead to legal implications.
www.fanitsa-petrou.com

---------



Featured Posts
Categories
Recent Posts