“Refugees not Welcome?”

Οι εποχές που ζούμε “μυρίζουν” Ευρώπη του ’30, τότε που η οικονομική κρίση στη Γερμανία γινόταν η αφορμή και η δικαιολογία για να ξυπνήσει το θηρίο στις ψυχές όσων ήταν θύμα της, κάνοντας τους θύτες




“Refugees not Welcome?”

της Φανίτσας Πέτρου




Είναι λοιπόν κάποιες ειδήσεις που όσο κι αν πάλιωσαν, δε μας αφήνουν να ησυχάσουμε. Κι η εικόνα της Ουγγαρέζας κάμερα γούμαν που έβαλε τρικλοποδιά στον Σύριο πατέρα με το παιδί στην αγκαλιά του, είναι σίγουρα μια από αυτές. Τι σκηνή και εκείνη!! Τώρα του κινεί λέει μήνυση, όπως και στο Facebook, γιατί δυσφημίστηκε το όνομα της από την προβολή του βίντεο που την έδειχνε να το κάνει! (Ποιος να τόλεγε πως θα μπορούσε να νιώσουμε ακόμα πιο θυμωμένοι μαζί της...) Κι η εικόνα των αστυνομικών να κτυπούν τους πρόσφυγες ή να τους πετούν σα σε σκυλιά τα σάντουιτς στο αέρα. Ή η εικόνα του τρίχρονου αγοριού, που ξεβράστηκε στα παράλια της Τουρκίας, μπρούμυτα στη άμμο σαν πεθαμένο πουλάκι, που θα στοιχειώνει τους εφιάλτες μας για χρόνια. Μα γέμισε από τότε η θάλασσα με πτώματα. Το πρώτο σοκ από την εικόνα του μικρούλη πέρασε... Τα μάτια μας συνήθησαν να βλέπουν ναυάγια και άψυχα κορμιά και δάκρυα στα μάτια όσων ζήσαν. Αν και δεν είναι για όλους τούτες οι σκηνές πηγή πόνου. Είναι και κείνοι που τις βλέπουν σαν απειλή στα κεκτημένα τους: στις δύσκολες τις ώρες ζωντανεύει πάντα η σκοτεινή πλευρά μας. Μας συντροφεύει έτσι κι αλλιώς μόνιμα. Περπατά στα βήματα μας παραμονεύοντας, και μόλις ο φόβος - πονηρά σπαρμένος μέσα μας από πολιτικούς και θρησκείες - βγάλει μύτη, τότε μας ζώνει από παντού. Μας κάνει άκαρδους, θυμωμένους, ανίκανους να νιώσουμε συμπόνια.


Κι εδώ, δεν είναι και λίγοι όσοι μιλούν με θυμό ενάντια στους πολιτικούς πρόσφυγες. Tο ειρωνικό είναι πως βρεθήκαμε ήδη στη θέση τους, το 40% από μας τουλάχιστον. Θα έπρεπε αυτό από μόνο του να μας ξυπνήσει και τις μνήμες και τη συμπόνια. Μα ποιος τις θυμάται πια τις μέρες του καλοκαιριού του ’74, με τις κονσέρβες του Ερυθρού Σταυρού και τις στρατιωτικές κουβέρτες που μύριζαν εντομοκτόνα, μα και ελπίδα. Την ελπίδα πως δεν είσαι μόνος στο κακό που σε βρήκε. Πως κάποιος υπάρχει εκεί έξω που σου απλώνει το χέρι. Όταν η ζωή σε κλοτσά και συ δε μπορείς παρά να γονατίσεις, είναι μόνο η καλοσύνη των άλλων που σε τραβά να σηκωθείς. Η ανώνυμη καλοσύνη των συσσιτίων και των δεμάτων με τα καθαρά εσώρουχα, μα πάνω απ’ όλα, η καλοσύνη στα μάτια κάποιου που θα σε δει σαν ανθρώπινο πλάσμα, κι ας είσαι γονατιστός. Κι ας είσαι το ελάχιστο που θα μπορούσες ποτέ να είσαι.


Τι αξία έχουν αλήθεια οι Κυριακάτικοι εκκλησιασμοί, η αποζήτηση καθοδήγησης - μέχρι και η εξάρτηση - από Πνευματικούς και γκουρού αυτοβελτίωσης, τα σεμινάρια περί πνευματικότητας, τα ταξίδια στο Άγιο Όρος, οι νηστείες, τα meditations, κι όλες οι Self Help θεωρίες του πλανήτη, κι όλα όσα κάνουμε για να νιώσουμε πως είμαστε λέει “πνευματικοί άνθρωποι”, αν η ψυχή μας δε λυγίζει μπροστά στο πεθαμένο παιδάκι που ξεβράστηκε σαν να ήταν ένα πράγμα, ένα σκουπίδι, στη άμμο. Αν η ψυχή μας δε γεμίζει θυμό μπροστά στη τρικλοποδιά της κάμεραν γούμαν, κι αν δεν φοβόμαστε για το μέλλον του τόπου μας μπροστά στις εικόνες με τους νεαρούς συμπατριώτες μας φιλάθλους και τις “Refugees not Welcome” επιγραφές τους. Στον τόπο μας που οι μισοί σχεδόν, είμαστε ακριβώς αυτό… Τι ξέρουν οι Δυτικοί από προσφυγιά; Για τους περισσότερους από δαύτους, είναι κακό θεωρητικό, απομακρυσμένο. Μα όχι για μας. Τι κι αν δε το ζήσαν τα παλικάρια στη φωτογραφία με το πανό “Refugees not Welcome”, τις νεκροκεφαλές στα T-shirt τους και τα υψωμένα χέρια σε προσβλητικές χειρονομίες; Θα έπρεπε να το ξέραν, κι ας μη το ζήσαν. Μα αν συγχωρούνται για το νεαρό της ηλικίας τους, τι να πει κανένας για τους μεγαλύτερους που βροντοφωνάζουν στα κανάλια την γεμάτη χολή αγανάκτηση τους για την όποια ανθρωπιστική βοήθεια δίνεται σε πολιτικούς πρόσφυγες ή σε δικαιούχους επιδομάτων; Τι να πει κανένας και για τα γκρουπ που δημιουργήθηκαν στο facebook από συμπατριώτες μας, με μόνο σκοπό να ειρωνεύονται τον ανθρώπινο πόνο και να βρίζουν τους πολιτικούς πρόσφυγες;


Οι εποχές που ζούμε “μυρίζουν” Ευρώπη του ’30, τότε που η οικονομική κρίση στη Γερμανία γινόταν η αφορμή και η δικαιολογία για να ξυπνήσει το θηρίο στις ψυχές όσων ήταν θύμα της, κάνοντας τους θύτες. Μα έχει κι η ανοχή τον κίνδυνο της, γιατί δίνει δύναμη σε όσους ήδη νικήθηκαν από τον φόβο τους. Όταν στις 9 του Νιόβρη του 1938, Γερμανοί και Αυστριακοί πολίτες, έσπαζαν μαζικά τα γυαλιά από τα παράθυρα και τις βιτρίνες Εβραϊκών σπιτιών και καταστημάτων, εκείνη τη νύχτα που έμεινε στη ιστορία σανKristallnacht (“Νύχτα των Κρυστάλλων”) και που σηματοδοτήθηκε σαν η αρχή του απόλυτου κακού, όσοι δεν σήκωσαν πέτρες να κτυπήσουν βιτρίνες ή κεφάλια Εβραίων, μα παρακολουθούσαν ατάραχοι το φαινόμενο, δε θα περνούσε πολύς καιρός προτού να γίνουν και εκείνοι θύτες. Ο φόβος πως κινδυνεύει η εθνική και οικονομική ανεξαρτησία τους, αλλά και η αρρωστημένη πεποίθηση πως ήταν λέει “ανώτεροι”, που καλλιεργήθηκαν με επιμέλεια στη ψυχή τους από τη πολιτική του Χίτλερ, θα τους μετέτρεπε σύντομα σε φονιάδες, βασανιστές, γενοκτόνους. Το θηρίο ξυπνά πρώτα πρώτα από το φόβο μας, μα τρέφεται και από την ανοχή μας, προτού μας καταβροχθίσει την ανθρωπιά. Ας τον νικήσουμε λοιπόν το φόβο μέσα μας. Και όσο αφορά την οικονομική κρίση στο τόπο μας, ας στρέψουμε την οργή μας σε εκείνους που την αξίζουν.


Τι λαός και μεις! Αδιάβαστος. Μετεξεταστέος. Ανίκανος να μάθει από τα λάθη του, να δει τον εαυτό του στο καθρέπτη. Πως και είναι τόσο εύκολο να κλαίμε με τα προβλέψιμα, καρμπόν δράματα των τηλεοπτικών σειρών, να ανταλλάσσουμε γλυκερά ρητά στο Facebook για την Αγάπη και την Ζωή, μα σαν αντικρίσουμε τον πόνο κάποιων που δε μας μοιάζουν, που δεν ανήκουν στο μικρόκοσμο της κλειστής κοινωνίας μας, της οικογένειας μας, να κλείνουμε τις πόρτες μας, να γίνεται η καρδιά μας πέτρα και τα λόγια μας μαχαίρια;Τα χαστούκια που φάγαμε σα λαός να μη μας μάθανε ακόμα πως το μόνο σίγουρο στη ζωή, είναι πως αργά η γρήγορα θα ανατραπεί! Κι αν είναι σήμερα η σειρά κάποιου άλλου, πολύ πιθανόν αύριο να είναι ξανά η δική μας. Η ιστορία μας το απόδειξε άλλωστε πόσο δυνατή είναι αυτή η πιθανότητα. Γι αυτό ας μη κρίνουμε τα πάντα μέσα από το πρίσμα του δικού μας μικρόκοσμου, του δικού μας προσωπικού και οικογενειακού συμφέροντος, του δικού μας παρόντος. Αν τα παιδιά του τόπου μας κοιμούνται σήμερα ήσυχα στο κρεβατάκι τους, με τους χνουδωτούς αρκούδους στη αγκαλιά τους, χορτάτα, ζεστά, προστατευμένα, με ανθρώπους να τα νοιάζονται δίπλα τους, και την πιθανότητα ενός καλού μέλλοντος, ας σκεφτούμε τα παιδιά που κοιμούνται στο χώμα, νηστικά, με το φόβο στη καρδιά τους και τα δάκρυα στα μάτια τους. Στα μάτια τους που είδαν ήδη τόσο θάνατο, τόσο πόλεμο, τόση φρίκη, που ο ύπνος τους θα είναι για πάντα ταραγμένος.

Γιατί κρίνουμε τους κατατρεγμένους της γης τόσο αυστηρά; Ποιος Κύπριος, ποιος Έλληνας γονιός στη θέση των προσφύγων της Συρίας, δε θάκανε το ίδιο: δε θα γύρευε σωτηρία σε ξένες χώρες, αν η ζωή της οικογένειας του απειλείτο; Δε θα γύρευε νέα γη μακρυά από το θάνατο, τον πόλεμο, τη βία; Γιατί μας φαίνεται τόσο δύσκολο να το καταλάβουμε, να ταυτιστούμε μαζί του; Ποιος γονιός δε θα απαιτούσε να δοθεί στο παιδί του η ελπίδα μας καλύτερης ζωής, αν αυτή του είχε στερηθεί; Και μήπως δε το κάναμε ήδη σα λαός; Μήπως δεν κινήσαμε και μεις σε ξένα μέρη – σε Αμερικές κι Αγγλίες κι Αυστραλίες - όταν τα βρήκαμε δύσκολα εδώ; Αν λοιπόν εμείς το δικαιούμαστε, γιατί όχι ο άλλος;


Άμμος είναι η ζωή που φεύγει μέσα από τα δάκτυλα σου όσο κι αν εσύ τα σφίγγεις. Κάθε φορά που νομίζουμε πως τη κρατούμε, εκείνη μας γελά. Όσα λοιπόν μας φαίνονται τώρα σίγουρα, αλύγιστα, δικά μας, μπορεί να μην είναι αύριο. Ποιος ξέρει λοιπόν ποιανού η σειρά θα έρθει αύριο, να γυρεύει σωτηρίες σε φορτωμένα πλοία και εχθρικές χώρες και αστυνομίες με σηκωμένα πάνω από το κεφάλι του κλομπ;Ποιος ξέρει αν δεν αναγκαστούμε ποτέ να σταθούμε σε ουρές για ένα μπαγιάτικο σάντουιτς που θα μας πετάξουν λες κι είμαστε σκυλιά; Ποιος ξέρει αν δε πέσουμε κι εμείς κάτω από την τρικλοποδιά που θα μας βάλει κάποτε η ζωή, κι όλοι οι άκαρδοι της γης που θα μας νομίσουμε ένα τίποτε, απλά γιατί δεν έχουμε τίποτε; Νομίζουμε αλήθεια πως ο τρόπος ζωής μας είναι σίγουρος, ακλόνητος, με ανοσία στις αλλαγές; Πως το κουτί του κόσμου μας είναι καμωμένο από σίδερο, ατσάλι, πέτρα, και πως θα μας κρατά για πάντα μακρυά από τις τραγικές ανατροπές; Μα είναι υποθέτω ανθρώπινη φύση να το νομίζουμε. Μήπως οι Εβραίοι μεγαλοαστοί με τις κρυμμένες ράβδους χρυσού στα υπόγεια τους, πίστευαν ποτέ πως θα βρίσκονταν να περιφέρονται γυμνοί και σκελετωμένοι στα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης, να υποβάλλονται σε κάθε λογής εξευτελισμούς προτού δολοφονηθούν μαζικά; Μήπως οι παππούδες μας το περίμεναν ποτέ να φύγουν από το χωριό τους και να απλώσουν τα χέρια σα ζητιάνοι να πάρουν τις κονσέρβες του Ερυθρού Σταυρού, καθισμένοι κατάχαμα σε τσαντίρια στο δασάκι της Άχνας, εκείνες τις πρώτες μέρες της προσφυγιάς τους; Μήπως όλοι εκείνοι οι Ευρωπαίοι που φορτώθηκαν σα σακιά σε πλοία που θα κατέληγαν στα παράλια της Βόρειας Αφρικής (σε Αραβικές δηλαδή χώρες!!! Αυτό κι αν είναι ειρωνεία!) για να γλιτώσουν το ’40 από τους Γερμανούς, το φαντάζονταν πως η ζωή θα τους έφερνε ποτέ σε εκείνη τη θέση; Ας σεβαστούμε λοιπόν όσους τη ζουν τώρα την τραγική ανατροπή. Μόνο και μόνο γιατί αυτή τουλάχιστον τη φορά, εμείς τη γλιτώσαμε. Εμείς κοιμόμαστε στα κρεβάτια μας. Εμείς είμαστε στη θέση να μπορούμε να δείξουμε συμπόνια.


Μα ο φόβος μας τυφλώνει. Μας κάνει ανίκανους να δούμε ποιος φταίει αληθινά για τη κατρακύλα της οικονομίας και της κοινωνίας μας, και είναι ευκολότερο να ρίξουμε το φταίξιμο στους αλλοδαπούς εργάτες παρά στους πολιτικούς που ψηφίσαμε, πιστέψαμε, εμπιστευτήκαμε. Πανίσχυρο, δοκιμασμένο όπλο στα χέρια των πολιτικών ο φόβος. Καλλιεργείται και σήμερα στις ψυχές των λαών και δίνει δύναμη σε ακροδεξιά και Νεοναζιστικά κινήματα που μιλούν ανοικτά και απενοχοποιημένα πια εναντίον των ξένων, των δικαιούχων επιδομάτων, των δυσπραγούντων, των μεταναστών, των πολιτικών προσφύγων, των δυστυχισμένων της γης. Ξαναγίνεται ξαφνικά “ένταξη” το να είναι κανείς ρατσιστής, ξενόφοβος, εθνικιστής, άκαρδος. Μα ας το ξανασκεφτούμε προτού παρασυρθούμε από το φόβο πως θα χάσουμε τις δουλειές μας ή τα κεκτημένα μας. Μόνο κακά γεννιούνται από ένα τέτοιο φόβο. Μα και από την ανοχή μας.

Ας σκεφτούμε για μια στιγμή, τι είναι εκείνο που έκαμε γονείς να φορτώνουν τα παιδιά τους σε βάρκες, σε φορτηγά, σε τραίνα; Τι είναι εκείνος ο φόβος που είναι μεγαλύτερος από τους κινδύνους που θα ζήσουν στο δρόμο;

Όπως γράφει η Σομαλή ποιήτρια Warsan Shire - που ξέρει από πρώτο χέρι τι θα πει προσφυγιά:


Kανένας δεν φεύγει από το σπίτι του

αν δεν γίνει το σπίτι του το στόμα ενός καρχαρία.

κανένας δε τρέχει για τα σύνορα αν δεν δει όλη την πόλη να τρέχει.

κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα

αν δεν είναι το νερό του ωκεανού ασφελέστερο από το σπίτι του…

…κανένας δε διαλέγει τα καταφύγια προσφύγων

τις σωματικές έρευνες στο πληγωμένο του σώμα

αν δεν είναι η φυλακή ασφαλέστερο μέρος από την πόλη που καίγεται

κι o ένας φύλακας που έρχεται για σένα μέσα στη νύχτα, προτιμότερος από ένα φορτηγό γεμάτο από άντρες που μοιάζουν με το πατέρα σου

θέλω να πάω στο σπίτι μου,

μα το σπίτι μου είναι το στόμα ενός καρχαρία,

είναι η κάνη ενός όπλου

κανένας δε θα έφευγε από το σπίτι του

αν το σπίτι του δεν τον κυνηγούσε ως την ακτή…”


************************************************************************************ Refugees not Welcome - Art & Words Copyright © Fanitsa Petrou. All Rights Reserved. Any unauthorized use - copying, publishing, printing, reselling, etc - will lead to legal implications.

************************************************************************************

(Κείμενο γραμμένο τον Οκτώβρη του 2015)

Διαβάστε επίσης: http://wp.me/p7jQTY-47

Featured Posts
Categories
Recent Posts
Archive